ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΗ ΔΥΣΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ

Κατεβαστε ολο το κειμενο σε PDF

Ένας σημαντικός αριθμός νεογνών και παιδιών παρουσιάζουν τέτοιου είδους διαταραχές. Είναι ένα από τα πλέον συχνά προβλήματα που απασχολούν την επιστημονική κοινότητα, με πολλαπλά διαγνωστικά και θεραπευτικά διλήμματα, χωρίς αυτό να σημαίνει και μόνιμες βλάβες του νεογνού ή του παιδιού.


Είναι βέβαιο πως τα παιδιά αυτά πρέπει να βοηθηθούν από ειδικούς γιατρούς και θεραπευτές όσο το δυνατόν γρηγορότερα.
Με την πρώτη υποψία του παιδιάτρου ή και των γονέων ότι κάτι δεν πάει καλά στην κίνηση του βρέφους, δεν θα πρέπει να επαναπαυόμαστε  σε διαβεβαιώσεις μη ειδικών και να αρκούμαστε σε αυτά που και εμείς θέλουμε να ακούσουμε (αυτό είναι ανθρώπινο), ότι είναι δηλαδή «από τα παιδιά που αργούν στην ανάπτυξή τους». Πρέπει αμέσως να αντιδράσουμε, επισκεπτόμενοι έναν παιδονευρολόγο ή αναπτυξιολόγο, διαφορετικά χάνεται πολύτιμος χρόνος για το παιδί και την όλη του εξέλιξη.
Είναι πολύ σημαντική η έγκαιρη παρέμβαση και το ξεκίνημα ενός εξατομικευμένου προγράμματος αποκατάστασης από τους ειδικούς γιατρούς και θεραπευτές.
Εδώ πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι πολύ μεγάλο και σημαντικό ρόλο παίζει και η συνεργασία της οικογένειας στο πρόγραμμα αποκατάστασης.
Ζούμε στην εποχή που η επιστήμη έχει κάνει μεγάλα άλματα προόδου, με συνέπεια η εξειδίκευση και η γνώση των ιατρών και θεραπευτών να είναι πλέον πολύ μεγαλύτερη και πλουσιότερη.

Οι Γερμανοί καθηγητές Τ. Χελλμπρύγκε (T. Hellbrugge) και Γ.Χ. φον Βίμπφεν ( G.X. von Wimmpfen), μαζί με την ομάδα τους και με την συνεργασία ειδικών επιστημόνων στο Κέντρο του Παιδιού του Μονάχου, όπου και έγιναν οι έρευνες, παρουσίασαν το 1973 στο βιβλίο τους με τίτλο «Οι πρώτες 365 ημέρες στην ζωή ενός παιδιού», τα αποτελέσματα των ερευνών τους με τρόπο κατανοητό για όλους τους γονείς, απόσπασμα του οποίου σας παραθέτουμε όπως γράφτηκε την εποχή εκείνη.

Παιδιά με αναπηρίες ( σπαστικά παιδιά ).

Ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό παιδιών υφίστανται κατά τον τοκετό, συνήθως λόγω προσωρινής έλλειψης οξυγόνου, τέτοιες βλάβες, που να προκληθούν διαταραχές της κινητικότητας.
Εδώ πρέπει να λάβουμε υπόψη, ότι βλάπτονται κατά κύριο λόγο τμήματα του εγκεφάλου, που είναι υπεύθυνα για τον συνδυασμό των φυσιολογικών κινήσεων. Διεθνείς έρευνες έχουν δείξει, ότι για ένα μεγάλο αριθμό αυτών των παιδιών, δεν χρειάζεται να αποβεί μοιραίο για όλη τους την ζωή να μην μπορούν να καθίσουν, να περπατήσουν ή να κάνουν χειρισμούς, αν αρχίσει έγκαιρα η κατάλληλη θεραπεία. Αυτή η θεραπεία διδάσκει κατά κάποιον τρόπο πρότυπα κινήσεων σ’ ένα χρόνο, που δεν έχουν ακόμα αποτυπωθεί οριστικά τα παθολογικά πρότυπα κινήσεων στον εγκέφαλο.
Ποικίλες έρευνες σε διάφορα θεραπευτικά κέντρα του εσωτερικού και του εξωτερικού δείχνουν, ότι ο καταλληλότερος χρόνος για την θεραπεία βρίσκεται μεταξύ του τρίτου και του ενδέκατου μήνα της ζωής.
Μετά τον ενδέκατο μήνα η πιθανότητα να διδαχθεί το παιδί φυσιολογικά πρότυπα κινήσεων έχει βασικά χαθεί για πολλά παιδιά, αν και οι θεραπευτικές προσπάθειες, έστω και αργά, έχουν οπωσδήποτε νόημα.
Αυτές οι γνώσεις, για την έγκαιρη θεραπεία των παιδιών με αναπηρίες, έχουν μεγάλη σημασία. Όσο πιο νωρίς αρχίζει η θεραπεία π.χ. ενός παιδιού με σπαστική παράλυση, τόσο πιο μεγάλη είναι η επιτυχία.
Μία ανάλογη υποψία του γιατρού στους πρώτους μήνες της ζωής πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη από τους γονείς, αλλιώς χάνεται πολύτιμος χρόνος για την θεραπεία.
Οι γονείς δεν θα πρέπει να αρκούνται με την διαβεβαίωση, ότι το παιδί τους είναι από αυτά που αναπτύσσονται αργά.

Ο όρος εγκεφαλική παράλυση αναφέρεται σε μια ομάδα παθήσεων στις οποίες υπάρχουν διαταραχές της ανάπτυξης της κίνησης ή της στάσης, οφειλόμενες σε βλάβη εκείνων των περιοχών του εγκεφάλου που ελέγχουν την λειτουργία των μυών και προκαλούν περιορισμούς στις δραστηριότητές του.
Αυτό μπορεί να οφείλεται σε διαταραχή της ανάπτυξης ή τραυματισμό του εγκεφάλου κατά την διάρκεια της κύησης, του τοκετού ή μετά την γέννηση.
Η εγκεφαλική παράλυση είναι η πιο κοινή αιτία αναπηρίας σε παιδιά. Τα τελευταία χρόνια κάποιοι τύποι εγκεφαλικής παράλυσης εμφανίζονται συχνότερα.

ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΗΣ ΠΑΡΑΛΥΣΗΣ

Τα αίτια της εγκεφαλικής παράλυσης δεν είναι πλήρως εξακριβωμένα. Είναι γνωστό ωστόσο ότι η ανάπτυξη του εγκεφάλου μπορεί να επηρεαστεί από ορισμένες λοιμώξεις κατά την διάρκεια της κύησης ή κατά την διάρκεια της νηπιακής ηλικίας.              Άλλα αίτια εγκεφαλικής παράλυσης είναι : η εγκεφαλική αιμορραγία, η περιγεννητική ασφυξία (μειωμένη οξυγόνωση του εγκεφάλου ) ή τραυματισμός του κρανίου κατά την διάρκεια ή αμέσως μετά τον τοκετό και παρουσιάζεται συχνότερα σε πρόωρα.

Σύμφωνα με τον τύπο των κινητικών προβλημάτων που προκαλεί η εγκεφαλική παράλυση, διακρίνονται τρεις κύριες μορφές, ανάλογα με την περιοχή προσβολής του εγκεφάλου. : σπαστική μορφή, δυστονική ( εξωπυραμιδική αθέτωση ), ατονική ( αταξία ).
Σπαστική μορφή εγκεφαλικής παράλυσης : Οφείλεται σε βλάβη του φλοιού του εγκεφάλου, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τον έλεγχο των εκούσιων κινήσεων. Η σπαστική εγκεφαλική παράλυση χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με τα μέλη που επηρεάζονται (τοπογραφική ).
Σπαστική Ημιπληγία : Είναι ο πιο κοινός τύπος εγκεφαλικής παράλυσης και επηρεάζει μια πλευρά του σώματος π.χ. ένα χέρι και ένα πόδι. Αυτά τα παιδιά γίνονται συνήθως σχεδόν ανεξάρτητα. Δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν το ένα μέλος τόσο καλά όσο το άλλο.
Σπαστική Διπληγία : ( Συχνή μορφή 40 % περίπου ). Επηρεάζει και τις δύο πλευρές του σώματος και αφορά κυρίως τα πόδια. Συμβαίνει συνήθως σε πρόωρα. Συχνά τα πόδια γυρίζουν προς τα μέσα και σταυρώνουν στα γόνατα, στάση γνωστή σαν « ψαλίδισμα ».
Τα παιδιά με σπαστική διπληγία πιθανώς να μπορούν να βαδίσουν για μικρές αποστάσεις. Αν και τα άνω άκρα επηρεάζονται λιγότερο, τα παιδιά συχνά έχουν δυσκολία να χρησιμοποιήσουν τα χέρια τους στο χειρισμό αντικειμένων. Ο στραβισμός είναι επίσης κοινός σε παιδιά με σπαστική διπληγία.
Σπαστική τετραπληγία : Είναι ο πιο σοβαρός τύπος εγκεφαλικής παράλυσης, στην οποία επηρεάζονται τόσο τα χέρια όσο και τα πόδια. Τα παιδιά σε αυτή την κατάσταση δεν μπορούν να περπατήσουν ή να καθίσουν αβοήθητα. Πιθανόν να έχουν δυσκολίες μάθησης και διαταραχές όρασης και αίσθησης. Στραβισμός και επιληψία είναι πολύ συχνά.
Στην αθέτωση υπάρχει βλάβη στα βασικά γάγγλια του εγκεφάλου που ελέγχουν τον συντονισμό, την ισορροπία και την ποιότητα της κίνησης. Αθέτωση σημαίνει μη ελεγχόμενες, αργές, απότομες κινήσεις των μελών του σώματος και του κορμού. Τα παιδιά με αυτόν τον τύπο εγκεφαλικής παράλυσης μπορεί επίσης να έχουν ακούσιες γρήγορες και απότομες κινήσεις που ονομάζονται « χορεία » ή μεγάλες μεταβολές στον μυϊκό τόνο που χαρακτηρίζονται ως « δυστονία ». Αυτές οι ακούσιες κινήσεις συχνά οδηγούν σε δυσκολίες της βάδισης, της ισορροπίας, της ομιλίας και της κατάποσης. Σε μερικές περιπτώσεις οι μύες του προσώπου ή της γλώσσας επηρεάζονται. Οι αθετωσικές κινήσεις αυξάνονται όταν το παιδί  είναι σε εγρήγορση αλλά ατονούν κατά την διάρκεια του ύπνου.
Τα παιδιά με αταξία (βλάβη στην παρεγκεφαλίδα ) έχουν έλλειψη ισορροπίας και συντονισμού, πιθανόν να τρεκλίζουν όταν περπατούν και συχνά πέφτουν. Πιθανόν να τρέμουν τα χέρια τους και να μη μιλάνε καθαρά.
« Μικτές μορφές  εγκεφαλικής παράλυσης » με ταυτόχρονη σπαστικότητα και αταξία ή σπαστικότητα και αθέτωση είναι πολύ κοινή.

Κάθε παιδί με εγκεφαλική παράλυση επηρεάζεται διαφορετικά και οι δυσκολίες στον έλεγχο της κίνησης και της θέσης μπορεί να είναι πολύ ελαφρές ως έντονα εμφανείς. Μερικά παιδιά παρουσιάζουν μόνο μια ελαφριά αδυναμία ενώ άλλα μπορεί να έχουν δυσκολίες στο περπάτημα, στην ομιλία, στη χρήση των χεριών τους ή στο να καθίσουν χωρίς βοήθεια. Η εγκεφαλική παράλυση πιθανόν να μην έχει διαγνωσθεί έως ότου το παιδί παρουσιάσει καθυστέρηση στο κάθισμα και κατόπιν στην εξέλιξη της βάδισης και της ισορροπίας.
Τόσο η σπαστική ημιπληγία όσο και η διπληγία συνήθως γίνονται εμφανείς πριν το παιδί φτάσει σε ηλικία 2 ετών. Τα παιδιά με εγκεφαλική παράλυση εκτός από τις δυσκολίες κίνησης των μελών τους πιθανόν να έχουν και άλλα ιατρικά προβλήματα. Αυτά περιλαμβάνουν επιληψία, δυσκολίες στην κατάποση ή στον έλεγχο των κινήσεων του προσώπου, υπερέκκριση σιέλου, διαταραχές ομιλίας, ακοής και όρασης.
Η διανοητική ικανότητα μπορεί να είναι καλή ή να επηρεαστεί σοβαρά. Πολλά παιδιά έχουν φυσιολογικές ικανότητες όμως παρουσιάζουν ειδικές δυσκολίες μάθησης. Μερικά παιδιά με εγκεφαλική παράλυση έχουν μία μειωμένη αίσθηση αφής και πόνου και παρουσιάζουν συχνά ακράτεια.
Σαν αποτέλεσμα αυτών, η εγκεφαλική παράλυση χωρίς την κατάλληλη υποστήριξη μπορεί να προκαλέσει όχι μόνο φυσικές και πνευματικές διαταραχές αλλά και ψυχολογικές ή κοινωνικές δυσκολίες. Ωστόσο αυτό δεν είναι αναπόφευκτο εάν δοθεί σωστή βοήθεια έγκαιρα, από την στιγμή της διάγνωσης.
Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν η κατάσταση μπορεί να επιδεινωθεί χωρίς την κατάλληλη θεραπεία, καθώς τα οστά μεγαλώνουν γρηγορότερα από τους μύες, οδηγώντας σε μια αυξανόμενη διαφορά του μήκους τους. Οι παιδικοί μύες πρέπει να είναι σε χαλαρή κατάσταση για να αναπτυχθούν.
Η σπαστικότητα στους μύες της κνήμης και το τράβηγμα του αχίλλειου τένοντα   με τον οποίο ενώνονται, κάνει τα παιδιά να περπατούν στα δάκτυλα των ποδιών τους, αδυνατώντας να πατήσουν την φτέρνα στο έδαφος. Αν η σπαστικότητα αυτών των μυών δεν αντιμετωπιστεί, θα εμφανιστεί μόνιμη σύσπαση των μυών που ως αποτέλεσμα θα έχει συγκάμψεις και παραμορφώσεις των μελών. Ο περιορισμός της κινητικότητας των αρθρώσεων καθώς και η παραμόρφωση των αρθρώσεων οδηγεί σε φθορά των οστών και των αρθρώσεων και το ισχίο σε εξάρθρωση.
Οι μόνιμες μυϊκές συσπάσεις είναι η πιο κοινή επιπλοκή της εγκεφαλικής παράλυσης και η εξάρθρωση του ισχίου συμβαίνει συχνά σε παιδιά με σπαστικότητα των κάτω άκρων.  Ωστόσο η έγκαιρη παρέμβαση μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο για τέτοιες επιπλοκές.

 

Με μια λεπτομερή εκτίμηση των προβλημάτων του παιδιού και της σωστής επιλογής της μεθόδου αποκατάστασης , μπορεί να επιτευχθεί η ελαχιστοποίηση των δευτερογενών προβλημάτων και το παιδί να αναπτύξει το μέγιστο των δυνατοτήτων του. Η κατάλληλη αντιμετώπιση της πάθησης από μικρή ηλικία μπορεί να προσφέρει σε πολλά παιδιά μια αρκετά ανεξάρτητη ζωή. Μια από τις προτεραιότητες στη θεραπεία πρέπει να είναι η αντιμετώπιση των προβλημάτων που δημιουργεί η σπαστικότητα.
Για την σωστή αντιμετώπιση χρειάζεται η συνεργασία γιατρών διαφόρων ειδικοτήτων, θεραπευτών καθώς και οικογενειακή και κοινωνική στήριξη. Οι γονείς παίζουν σημαντικό ρόλο στην καθημερινή σωστή εφαρμογή της θεραπείας και του προγράμματος των διαφόρων δραστηριοτήτων εφόσον έχουν την υποστήριξη των ειδικών οι οποίοι από την αρχή τους ενημερώνουν με ειλικρίνεια.

Φυσικοθεραπεία, είναι η επιστήμη που εντάσσεται στον ευρύτερο χώρο της υγείας του ανθρώπου. Είναι μία πανάρχαιη θεραπευτική προσέγγιση στα σωματικά προβλήματα του ανθρώπου η οποία στηρίζεται στη χρήση φυσικών μέσων. Σαν επιστήμη είναι δυναμική με μία θεωρητική βάση και μεγάλου εύρους κλινικής εφαρμογής. Απαιτεί επιστημονική γνώση και τεχνική καθώς και ιδιαίτερες γνώσεις για την εκμάθηση και εκτέλεση κατάλληλων χειρισμών.
Ο φυσικοθεραπευτής που ασχολείται με παιδιά που εμφανίζουν διάφορα προβλήματα, χρήζει επιπλέον επιμόρφωσης και εξειδίκευσης στην παιδιατρική φυσικοθεραπεία. Η παιδιατρική φυσικοθεραπεία ασχολείται με την θεραπεία και αποκατάσταση διαφόρων νευρολογικών και μη προβλημάτων ή δυσλειτουργιών που εμποδίζουν τα παιδιά να αναπτυχθούν με φυσιολογικό τρόπο. Βασική προϋπόθεση στην επιμόρφωση του παιδιατρικού φυσικοθεραπευτή, είναι η γνώση της αισθητικό- ψυχο- συναισθηματικής και κινητικής ανάπτυξης του ατόμου από την εμβρυϊκή, νεογνική παιδική, εφηβική ζωή έως την ενηλικίωσή του.
Ο/Η φυσικοθεραπευτής/τρια αποτελεί αναπόσπαστο μέλος της ομάδας θεραπείας και αποκατάστασης, από τη θέση του στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας. Είναι ο πρώτος ο οποίος μαζί με τον/την νεογνολόγο / παιδίατρο  θα δώσει τις πρώτες οδηγίες στους γονείς για την κατάσταση του βρέφους τους. Έτσι με την εφαρμογή κατάλληλων μεθόδων ανάλογα με το πρόβλημα , βελτιώνεται η κατάσταση του παιδιού με σκοπό την πρόληψη πιθανών παραμορφώσεων και την διατήρηση της καλύτερης δυνατής κινητικότητάς του.
Η δουλειά του ¨παιδιατρικού¨ φυσικοθεραπευτή περιέχει πολλαπλές αρμοδιότητες μερικές εκ των οποίων  είναι :
α) αξιολόγηση των ικανοτήτων του παιδιού ώστε να επιτυγχάνει τους προσδοκώμενους στόχους στο σπίτι, στο σχολείο και γενικά στο περιβάλλον που ζει και αναπτύσσεται.
β)  βελτίωση των κινητικών του δεξιοτήτων
γ) συμβουλευτική για την χρήση βοηθημάτων, τροποποίηση του περιβάλλοντος που ζει και κινείται για ανεξαρτοποίηση, καθώς και εκπαίδευση για την καλύτερη δυνατή χρησιμοποίηση των μέσων αυτών, προσφέροντάς του ποιότητα ζωής.
δ) επικοινωνία μεταξύ θεραπευτών διαφόρων ειδικοτήτων
ε) πέρα από το θεραπευτικό στόχο του παιδιού, έχει και το εκπαιδευτικό έργο καθοδήγησης των γονέων για τον χειρισμό του παιδιού τους στο σπίτι. Οι γονείς θα πρέπει να θεωρούνται μέλη της θεραπευτικής ομάδας, αφού το παιδί περνά μαζί με τους γονείς, τον περισσότερο χρόνο της ημέρας με τις θεραπείες του.

Εργοθεραπεία είναι η εξειδικευμένη θεραπεία που έχει σαν στόχο να βοηθήσει το άτομο να αναπτύξει ή να επανακτήσει και να διατηρήσει ικανότητες απαραίτητες για να συμμετέχει σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του ( American Occupational Therapy Association Inc.).
Είναι η θεραπεία μέσω του «έργου» δηλαδή κάθε δραστηριότητας στην οποία εμπλέκεται το άτομο. Η βασική αρχή στηρίζεται στο ότι «το έργο είναι σκόπιμη δραστηριότητα» όπου έχει επιλεγεί με συγκεκριμένο στόχο και έχει θεραπευτική αξία.
Η παιδιατρική – αναπτυξιακή Εργοθεραπεία  ασχολείται με δυσλειτουργίες και διαταραχές που εμποδίζουν την φυσιολογική ανάπτυξη των παιδιών. Η εγκεφαλική παράλυση, οι δυσκολίες στην μάθηση, τα συγγενή σύνδρομα, οι κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, είναι περιπτώσεις που απαιτούν την Εργοθεραπευτική παρέμβαση, τόσο για θεραπεία όσο και την πρόληψη των μελλοντικών δυσκολιών.
Ο Εργοθεραπευτής μπορεί να χρησιμοποιήσει ποικίλα υλικά προκειμένου να προάγει τις απαραίτητες δεξιότητες στα παιδιά. Χρησιμοποιεί στεφάνια, μπάλες, κορίνες για την ανάπτυξη της αδρής κινητικότητας, ενσφηνώματα, κύβους για την ανάπτυξη της λεπτής κινητικότητας και του οπτικοκινητικού συντονισμού, έχοντας πάντα ως στόχο το παιδί να αυξήσει την λειτουργικότητά του στην καθημερινή του ζωή στο σπίτι, στο σχολείο.

Σκοπός της λογοθεραπευτικής παρέμβασης σε άτομα με εγκεφαλική παράλυση είναι η βελτίωση της σίτισης και της φώνησης–ομιλίας. Αυτό επιτυγχάνεται με συγκεκριμένες ασκήσεις και μεθόδους, οι οποίες αποσκοπούν στον καλύτερο έλεγχο των διαφόρων μυών που εμπλέκονται στις λειτουργίες αυτές όπως επίσης και της ρυθμικής διόδου του αέρα από τις φωνητικές χορδές. Γίνεται κατανοητό λοιπόν ότι βασικό ρόλο στις παραπάνω λειτουργίες και κατ’ επέκταση στην λογοθεραπεία παίζει η φυσιολογική λειτουργία της αναπνοής. Η τελευταία επηρεάζεται άμεσα τόσο από την ορθή θέση και στάση του σώματος, όσο και από τον μυϊκό τόνο του ατόμου. Επιλέγοντας το κατάλληλο κάθισμα δίνουμε στο σώμα σωστή υποστήριξη , μειώνουμε τις πιθανότητες παραμορφώσεων και ομαλοποιούμε τον μυϊκό τόνο. Όλα αυτά συμβάλλουν θετικά στο έργο-στόχο του λογοθεραπευτή καθώς η ευθυγράμμιση που παρέχουμε στο σώμα με το κάθισμα, ευθειάζει τον οισοφάγο και βοηθά στην κατάποση μειώνοντας τυχόν ανεπιθύμητες εμπειρίες για το άτομο, η αναπνοή του οποίου γίνεται πιο ρυθμική και καλύτερα ελεγχόμενη , ενώ και η φώνησή του βελτιώνεται αφού η δίοδος του αέρα από τους βρόγχους και την τραχεία γίνεται με λιγότερες αντιστάσεις. Τέλος, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι η διαδικασία σίτισης είναι μια διαδικασία που συμβαίνει αρκετές φορές την ημέρα και αφιερώνουμε αρκετό χρόνο σε αυτήν. Για τον λόγο αυτόν είναι φρόνιμο τόσο το άτομο που σιτίζεται όσο και το άτομο που σιτίζει να έχουν μία σωστή στάση κατά την διάρκεια της σίτισης και της θεραπείας. Όλα τα παραπάνω καθιστούν την επιλογή του κατάλληλου καθίσματος μία σημαντική υπόθεση με πολλαπλά οφέλη.